
ΟΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ Υπό του Αντιστρατήγου ε.α. Γεωργίου Κοράκη Επιτίμου Διοικητού 98 ΑΔΤΕ Δύο από τους βασικούς παράγοντες της Εθνικής Ισχύος είναι η οικονομία και οι Ένοπλες Δυνάμεις. Ο ρόλος των είναι καίριος και αποφασιστικός όχι μόνο στο σχεδιασμό και την υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής αλλά και σε άλλες παραμέτρους της Εθνικής μας Ισχύος (πολιτισμός, παιδεία, Θρησκεία, παράδοση κ.λ.π). Η οικονομία και η Εθνική μας άμυνα εγγυώνται την ασφάλεια και ευημερία του λαού και επιπρόσθετα επιβάλλουν τον σεβασμό και την εκτίμηση στις σχέσεις μας με τα άλλα κράτη του εγγύς και ευρύτερου περιβάλλοντος.Το ότι η οικονομία αποτελεί τη βάση για το σχεδιασμό , την προσέγγιση και τελικά την επίτευξη των Εθνικών στόχων και ότι το επίπεδο της αμυντικής θωράκισης είναι συνάρτηση της οικονομίας, νομίζω ότι είναι αυταπόδεικτα. Η προσπάθεια όμως βελτίωσης της Ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεων μιας χώρας κάτω από συγκεκριμένες ρεαλιστικές συνθήκες, εξασφαλίζει όχι μόνο επιθυμητά πολιτικοδιπλωματικά αποτελέσματα, αλλά και οικονομοτεχνικά οφέλη. Και αυτή ακριβώς είναι και η συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, της εγχώριας αμυντικής μας βιομηχανίας και όλων των ιδιωτικών εταιριών που έχουν ως αντικείμενο εργασίας την κατασκευή ενδιαμέσων υλικών αλλά και τελικών προϊόντων για τις Ένοπλες Δυνάμεις και επιπρόσθετα την χρησιμοποίησή τους ως υποκατασκευαστών των κυρίων μονάδων παραγωγής αμυντικού υλικού.Η ελληνική οικονομία διέρχεται περίοδο μεγάλων αλλαγών . Γίνονται διορθρωτικές αλλαγές και προσαρμογές σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.Σε ότι αφορά, ειδικότερα την παραγωγή αμυντικού υλικού από την χώρα μας με επενδύσεις στον τομέα της αμυντικής παραγωγής, εκτός του ότι δημιουργούμε προϋποθέσεις απεξάρτησης από πηγές του εξωτερικού και με σχετικά χαμηλό συναλλαγματικό κόστος, ενισχύουμε ταυτόχρονα την εγχώρια παραγωγή και την αύξηση του εγχώριου ακαθαρίστου εισοδήματος. Δαπανώντας και δραχμές για τους εξοπλισμούς των Ε.Δ., διασυνδέουμε την Εθνική Άμυνα με την Εθνική Οικονομία καλλιεργώντας συγχρόνως τις πηγές από τις οποίες οι Ε.Δ. αντλούν χρηματικούς πόρους για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Αντίθετα, δαπανώντας ξένο συνάλλαγμα, ενισχύουμε τις οικονομίες των χωρών από τις οποίες προμηθευόμαστε το αμυντικό μας υλικό σε βάρος της Εθνικής μας οικονομίας και ιδιαίτερα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών. Μετά το τέλος του διπολισμού, ένας ανταγωνισμός όπλων έχει αρχίσει να εμφανίζεται μεταξύ των παραδοσιακών συμμάχων της δύσης. Ο «πόλεμος της βιομηχανίας των όπλων» αφορά τις κατασκευαστικές εταιρίες αλλά και την προσπάθειά τους να αποκτήσουν το μεγαλύτερο δυνατό μερίδιο της αγοράς σε μια εποχή μάλιστα που οι αμυντικοί προϋπολογισμοί των κρατών σε παγκόσμιο επίπεδο μειώνονται σημαντικά. Ακούγονται μεμονωμένες, αλλά δυνατές φωνές, ότι ο ανταγωνισμός αυτός μπορεί να διαταράξει την ομαλή συνεργασία κρατών μελών του αυτού συστήματος ασφαλείας και να υπονομεύσει την ικανότητα να διεξαγάγουν κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις σε διεθνείς αποστολές, όπως έγινε πρόσφατα στο Κοσσυφοπέδιο. Η οικονομική πραγματικότητα όμως εξαναγκάζει τις ίδιες εταιρίες να κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.Το γεγονός ότι υπάρχουν σήμερα, σε διεθνές επίπεδο , παραγγελίες πολεμικού υλικού που επιτρέπουν την επιβίωση μόνο ολίγων ισχυρών εταιριών, επιβάλλει την προώθηση διεθνών συνεργασιών και συγχωνεύσεων. Το πού θα οδηγήσουν οι αντίθετες αυτές δυνάμεις παραμένει άγνωστο. Το βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Στον ευρωπαϊκό χώρο υπάρχει ένας πολύ περιορισμένος αριθμός εταιριών προέκυψαν από συγχωνεύσεις όπως η Βρετανική ΒΑΕ SYSTEMS, η EUROPEAN AERONAUTIC DEFENCE SPACE CO. που σχηματίσθηκε από τη συγχώνευση των κορυφαίων αεροναυπηγικών εταιριών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας. Τους Ευρωπαϊκούς "γίγαντες" ανταγωνίζονται οι Αμερικανικοί "κολοσσοί" που επικροτούν, όπως τουλάχιστον φαίνεται, τις προσπάθειες των ευρωπαϊκών εταιριών να γίνουν πιο αποτελεσματικές, ανησυχούν όμως, μήπως κυριαρχήσουν στις ευρωπαϊκές αγορές και περιορισθούν Ευρωπαίοι και Αμερικανοί στις αντίστοιχες αγορές των. Καταγράφεται μια τάση οι ευρωπαϊκές χώρες να προμηθεύονται ευρωπαϊκής προέλευσης προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή, εάν τα προϊόντα των ευρωπαϊκών και αμερικανικών εταιριών δεν είναι απόλυτα συμβατά, θα υπάρξουν δυσχέρειες στη στρατιωτική συνεργασία ΗΠΑ και Ηπειρωτικής Ευρώπης. Οι πρώτες ενδείξεις τέτοιων αδυναμιών συμβατότητας παρουσιάσθηκαν στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου, κυρίως σε θέματα επικοινωνιών. Πολύ πρόσφατα, (τέλος Ιουλίου), έξη ευρωπαϊκές χώρες (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και Σουηδία), υπέγραψαν μια συνθήκη για την ομογενοποίηση της πολιτικής των αμυντικών βιομηχανιών και για την προώθηση του "εναρμονισμού των στρατιωτικών απαιτήσεων". Όλοι αναγνωρίζουν, και οι πόλεμοι τόσο στον Περσικό Κόλπο όσο και κατά της Γιουγκοσλαβίας το τεκμηριώνουν, ότι το τεχνολογικό χάσμα για τη διεξαγωγή πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο, διευρύνεται γεωμετρικά. Το βέβαιο είναι ότι ο πόλεμος της βιομηχανίας των όπλων θα συνεχισθεί με αμείωτο ρυθμό, ανεξάρτητα εάν διανύουμε περίοδο πολέμου ή ειρήνης και άρχισαν ήδη να καταγράφονται σημεία διαμόρφωσης των δύο κόσμων, αυτών που ωφελούνται από την κυριαρχία των νόμων της αγοράς, και αυτών που περιθωριοποιούνται.Για τη χώρα μας δεν τίθεται το δίλημμα αν θα συμπορευτούμε με την παγκοσμιοποίηση. Είμαστε υποχρεωμένοι να αξιοποιήσουμε τις ευνοϊκές συγκυρίες που διαμορφώνονται για να ενισχύσουμε την παρουσία μας και στην Αμυντική Βιομηχανία. Ο στόχος μας αυτός όμως, Θα αποδειχθεί ανέφικτος εάν η πολιτεία δεν εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της Αμυντικής μας Βιομηχανίας.Η εξοπλιστική προσπάθεια κάθε χώρας αποτελεί αντικείμενο δικαιολογημένου ενδιαφέροντος γειτονικών χωρών για ευνόητους λόγους. Είναι φυσικό το ενδιαφέρον αυτό να μην εστιάζεται μόνο σε επιπτώσεις στρατιωτικής ισχύος ή ισορροπιών που προκύπτουν από τις προμήθειες κύριου στρατιωτικού υλικού αλλά και από απόψεως πολεμικού δόγματος ή δογματικών προεκτάσεων, ανιχνεύονται ενδείξεις που μας παρέχουν τα τεχνικά και τα ευρύτερα επιχειρησιακά χαρακτηριστικά του υπό προμήθεια οπλικού συστήματος.
Οι ενδείξεις αυτές αποτελούν αδιάψευστα στοιχεία προθέσεων σε επίπεδο εθνικής στρατηγικής και της εθνικής στρατιωτικής στρατηγικής που έχει σχεδιασθεί να την υλοποιήσει. Είναι επίσης αλήθεια ότι τόσο οι τάσεις που καταδεικνύει η σύνθεση των οπλικών συστημάτων που διαθέτει η χώρα, όσο και οι ενδείξεις που προκύπτουν από τα ιδιαίτερα επιχειρησιακά χαρακτηριστικά ορισμένων κατηγοριών πολεμικού υλικού, αποτελούν στοιχεία τουλάχιστον ως προς τις προθέσεις, πολύ πιο αξιόπιστα από τις επίσημα διακηρυγμένες θέσεις της υπόψη χώρας.
Η δημιουργία ενός τεραστίου αποβατικού στόλου , συγκεντρωμένου μάλιστα σε συγκεκριμένη περιοχή ειδικού ενδιαφέροντος από γειτονική χώρα, η απόκτηση βαρέων μεταφορικών επιθετικών ελικοπτέρων, είναι αξιόπιστα στοιχεία, ιδιαίτερα αποκαλυπτικά, συγκεκριμένων επιδιώξεων. Όταν δε οι εξοπλισμοί συνεχίζονται με τους ίδιους ρυθμούς, είναι φυσικό να θεωρήσει κανείς ότι οι επιδιώξεις μένουν αναλλοίωτες.Οι εξοπλισμοί που σήμερα πραγματοποιούνται με συνθήκες μεγάλης δημοσιότητας αποτελούν το πιο αξιόπιστο στοιχείο εθνικής στρατηγικής και συνιστούν και διάψευση όλων όσων θεωρούν ότι στις σχέσεις μας με τα άλλα γειτονικά κράτη η ισχύς των όπλων ανήκει στο παρελθόν και βασίζουν την πολιτική τους συμπεριφορά στο ότι η εποχή που έρχεται θα είναι μια ειρηνική περίοδος όπου οι διαφορές μας θα λύνονται "πολιτισμένα".Προσβλέποντας στην ασφάλεια και την πρόοδο και παρ’ όλα τα τεράστια εσωτερικά μας προβλήματα, πρέπει να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες, τη διανόηση και τους πόρους που διαθέτουμε. Αναδημοσίευση από το τεύχος «ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ» της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ. www.apodimos.com
|

Copyright © 2001 by Apodimos. All rights reserved.